a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

DICHLORVOS

Definition

2,2 Διχλωροβινυλο -διμεθυλο -φωσφορικό (DDVΡ). Οργανοφωσφορικό εντομοκτόνο και ακαρεοκτόνο σχετικά μικρό χρόνο διατήρησης. Χρησιμοποιείται συχνά για αποφθειρίωση των ψαριών, ιδιαίτερα στις καλλιέργειες σολομού σε κλουβιά.

English French Spanish Greek Norwegian German Italian