a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

DDT

Definition

1,1-p,p'-διχλωρο-διφαινυλο-2,2,2-τριχλωροαιθάνιο. Ενα από τα κατά το παρελθόν ευρύτερα χρησιμοποιούμενα παρασιτοκτόνα. Σήμερα, η χρήση του υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς. Στην υδατοκαλλιέργεια σε λιμνοδεξαμενές, το DDΤ και το προϊόν της διάσπασής τ

English French Spanish Greek Norwegian German Italian