a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ALGIN

Definition

Βλ. ΑΛΓIΝIΚΑ: Πολυσακχαρίτες φυκών που αποτελούν κύριο συστατικό των κυτταρικών τοιχωμάτων των φαιοφυκών. Αλατα προερχόμενα από το αλγινικό οξύ, που παράγεται από φαιοφύκη της ομοταξίας των λαμιναριωδών. Το ίδιο το αλγινικό όξύ είναι ένα αδιάλυτο κολλοει

English French Spanish Greek Norwegian German Italian