a

b

c

d

e

f

g

h

i

j

k

l

m

n

o

p

q

r

s

t

u

v

w

x

y

z

ΑΝΤIΒIΟΤIΚΟ

Definition

(1) Σύμφωνα με τον αρχικό ορισμό κάθε μικροβιακό παράγωγο, το οποίο σε χαμηλές συγκεντρώσεις (της τάξεως μg/ml), αναστέλλει ή σκοτώνει (ευάλωτους) μικροοργανισμούς. (2) Σήμερα, ο όρος "αντιβιοτικό" χρησιμοποιείται γενικά για ημι-συνθετικές ή πλήρως συνθ

English French Spanish Greek Norwegian German Italian